Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Ανοιχτές πόρτες για νέους καλλιτέχνες

Τα «Rooms 2009» έκλεισαν δέκα χρόνια

Του Ηλια Μαγκλινη

Δωμάτιο 237. Στη «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, στο ξενοδοχείο Overlook, κάτι περίεργο συνέβαινε στο στοιχειωμένο δωμάτιο 237. Το δικό μας St. George’s Lycabettus δεν είναι φυσικά στοιχειωμένο ούτε βρίσκεται στις ερημιές αλλά στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Και εκεί όμως συμβαίνει κάτι διαφορετικό – κι όχι μόνο σε ένα δωμάτιο αλλά σε πολλά. Για την ακρίβεια, σε ολόκληρο τον 5ο όροφο του ξενοδοχείου, οι πόρτες των δωματίων είναι όλες ανοιχτές ή μισάνοιχτες. Προχωράς στο διάδρομο, ακούς παράξενους ήχους από τα δωμάτια, φώτα και σκιές παίζουν περίεργα παιχνίδια, λέξεις, φωνές και ψίθυροι.

Είναι οι άλλοι κόσμοι της έκθεσης «Rooms 2009», που διοργανώνει η γκαλερί του Γεράσιμου Καππάτου από τις 26 Νοεμβρίου έως τις 13 Δεκεμβρίου. Είκοσι πέντε επιμελητές προτείνουν νέους, πρωτοεμφανιζόμενους κατά κανόνα, καλλιτέχνες, σε ένα πρότζεκτ που φέτος κλείνει μια δεκαετία.

Τυχαίο γεγονός

Η αρχή είχε γίνει όχι σε ξενοδοχείο αλλά σε τέσσερα δωμάτια της γκαλερί. «Αυτό που μ’ ενδιέφερε ήταν να ανακαλύψω νέους καλλιτέχνες», λέει ο Γ. Καππάτος. «Πήγε καλά εκείνη η έκθεση και κάποια στιγμή μαθαίνω ότι το St. George’s Lycabettus ετοιμάζεται για ανακαίνιση. Μου έκανε κλικ και πρότεινα στους υπευθύνους να στήσουμε εκεί την έκθεση. Τυχαίο δηλαδή ήταν το γεγονός του ξενοδοχείου».

Τυχαίο αλλά καλό. Στη συνέχεια, η έκθεση φιλοξενήθηκε στο ξενοδοχείο Imperial, στην πλατεία Καραϊσκάκη, και τώρα επανήλθε στις ρίζες του Λυκαβηττού.

Τα φημισμένα Rooms του Γ. Καππάτου είναι γνωστά και για έναν ακόμη λόγο: το event των εγκαινίων, με την κοσμοσυρροή και το πάρτι που διοργανώνεται παράλληλα.

Το αδιαχώρητο

Η ιστορία επαναλήφθηκε τη νύχτα της 26ης Νοεμβρίου. Ηδη από τις οκτώ το βράδυ, γινόταν το αδιαχώρητο στον 5ο όροφο, ενώ στον 6ο το πάρτι βρισκόταν σε εξέλιξη. Ειδικά ο διάδρομος του 5ου ήταν χώρος απαγορευτικός για τους απανταχού αγοραφοβικούς και κλειστοφοβικούς. Είχες επίσης την αίσθηση πως αν δεν κολλήσεις εκεί τη γρίπη, δεν θα την κολλήσεις πουθενά.

Επιπλέον, κάποια στιγμή διαχύθηκε μια δυσοσμία: αμπούλα βρώμας – όπως στο γυμνάσιο. Χάρη στα ανοιχτά παράθυρα, το κακό πέρασε – έγινε και η σχετική πλάκα: κάποιος πέταξε την ιδέα ότι «και αυτό τέχνη είναι». Ορισμένοι το πίστεψαν κιόλας.

Οταν λίγες ημέρες μετά συνάντησα τον κ. Καππάτο, με πληροφόρησε ότι οι άγνωστοι αυτοί έριξαν όχι μία ούτε δύο αλλά πέντε αμπούλες βρώμας. Φάρσα; «Καθόλου. Εμπάθεια, αντιζηλία. Κάποιοι δεν θέλουν να συμβαίνουν πράγματα και τα σαμποτάρουν, έστω και με αυτό τον γελοίο, σχολικό τρόπο. Οχι πως έκαναν και τίποτα το τρομερό βέβαια», υποστήριξε ο διοργανωτής.

Τα εγκαίνια έχουν την κοσμικότητα, τα έργα όμως τα βλέπεις καλύτερα τις άλλες ημέρες. Η έκθεση είναι ανοιχτή από τις τέσσερις το απόγευμα και το Σάββατο, μετά την Πέμπτη των εγκαινίων, ο κόσμος άρχισε και πάλι να συρρέει, μα σε πολύ ανεκτά επίπεδα.

Θα δοκίμαζα να κατατάξω τα έργα της έκθεσης σε δύο κατηγορίες: σε αυτά που θα μπορούσαν να έχουν στηθεί σε έναν οποιονδήποτε χώρο ή σκηνικό και σε εκείνα που ουσιαστικά εκμεταλλεύονται οργανικά το χώρο, τον μετατρέπουν και αυτόν σε έργο.

Η Ηλιοδώρα Μαργέλλου, με τα Self-Containers (επιμ. Ελευθερία Τσέλιου, δωμ. 512) στήνει μέσα σε κουτιά από πλεξιγκλάς φαινομενικά χαοτικούς κόσμους, που είναι ερμητικά κλειστοί στην εξωτερική πραγματικότητα. Η νεαρή Ηλιοδώρα, κορεατικής καταγωγής, μου είπε πώς πρόκειται για ένα καλά «μελετημένο χάος. Παγιδευόμαστε μέσα στο υποσυνείδητό μας. Υπάρχει πλήρης ελευθερία εκεί, και απόλυτη ασφάλεια, αλλά δεν υπάρχει οξυγόνο». Το έργο έχει μια δυναμική και ας μην κάνει ουσιαστική χρήση του δωματίου του ξενοδοχείου.

Κάτι ανάλογο ισχύει για το έργο «Life through the microscope» (επιμ. Ευγενία Αλεξάκη, δωμ. 510) της Μαριάννας Γκιόκα: προβολές σχημάτων, σχεδίων και διαφανειών που σαν ευαίσθητος σεισμογράφος μοιάζουν να αναταράζονται στο ρυθμό του κλασικού τραγουδιού «Ghost Riders» (1977) των Suicide. Είναι ένα έργο που μ’ έκανε να μπαίνω ξανά και ξανά στο ίδιο δωμάτιο, χωρίς να αντιλαμβάνομαι ακριβώς ποιο ήταν το κύριο συστατικό της έλξης του. Οπως μου είπε η καλλιτέχνις, πίσω από αυτόν τον αφηρημένο «κινούμενο καμβά», βρίσκεται η έννοια της πόλης. «Το μικρό, το ασήμαντο της πόλης, η αύρα της, τα συναισθήματα των ανθρώπων της».

Νουάρ αλλά και κιτς

Ο Κύπριος Κωνσταντίνος Ταλιώτης (επιμ. Γιάννης Τουμαζής, δωμ. 517) μεταμόρφωσε ένα από τα δωμάτια του ξενοδοχείου: νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε δωμάτιο της δεκαετίας του ’40, λίγο πριν από την επικείμενη καταστροφή του ήρωα μιας νουάρ ταινίας. «Προσεγγίζω τις στιγμές κρίσης που έχει το νουάρ, στο οποίο βέβαια επικρατεί η φωτεινή και η σκοτεινή πλευρά της μητρόπολης», λέει ο καλλιτέχνης.

Επίσης, η Χαρά Κολαΐτη, η γνωστή μας Αννα Γούλα (επιμ. Γιώτα Κωνσταντάτου, δωμ. 518), μετατρέπει το δωμάτιο σε μυστικό χώρο ενός φασματικού, εντελώς κιτς δικτάτορα «Μπανανίας» – που στην πραγματικότητα είναι η ίδια μεταμφιεσμένη. Με τελείως διαφορετικό τρόπο, διασκεδαστικό είναι και το δωμάτιο 524 των «διεθνών» Vassilis H., Michalis Zacharias, Antonakis Christodoulou (επιμ. Μαρία Μαραγκού).

«Χοροθέατρο δωματίου»

Θα κλείσω με μια αναφορά σε δύο έργα μη παραδοσιακών εικαστικών που περιλαμβάνουν το στοιχείο της περφόρμανς: από τη μία, ο ενδυματολόγος Παναγιώτης Λαμπριανίδης στήνει στο δωμάτιο 509 (επιμ. Δηώ Καγκελλάρη) ένα εντυπωσιακό «αδειανό» κοστούμι–γλυπτό, «μνημειακών» διαστάσεων» (επιβλητική η κίνηση της Εύης Αδάμ στα εγκαίνια), από την άλλη, η χορογράφος Αντιγόνη Γύρα (επιμ. Νίνα Αλκαλάη, δωμ. 502) δημιούργησε ένα εξαιρετικό «χοροθέατρο δωματίου» με επίκεντρο τον απεγνωσμένο έρωτα μιας γυναίκας με τη βουλιμία (πολύ καλή η Αλίκη Αβδελοπούλου). Μετά τα εγκαίνια, η ζωντανή περφόρμανς έγινε βίντεο, που είναι κρίμα. Πόσα όμως ταρτάκια να φάει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες μια γυναίκα;

Ανακαλύπτεις ονόματα, τεχνικές και προτάσεις

Δέκα χρόνια ζωής μετράνε τα «Δωμάτια» του Γεράσιμου Καππάτου. Τι βγήκε μέσα από αυτά, πού έχουν φτάσει; Ρωτήσαμε μερικούς από τους «παλιούς», όπως τη Ρίκα Κριθαρά, η οποία συμμετείχε στην παρθενική έκθεση. «Στη δική μας περίπτωση, μολονότι διέφερε πολύ από το πώς εξελίχθηκε στη συνέχεια, η διοργάνωση “απάντησε” σε ένα αίτημα καλλιτεχνών της γενιάς μου να βγούμε από τους στενούς χώρους των γκαλερί και των μουσείων, να επέμβουμε στην πόλη, να δουλέψουμε σε χώρους που μας ενδιέφεραν οπτικά. Η ελευθερία των κινήσεων, και του επιμελητή και του καλλιτέχνη, είναι ένα άλλο θετικό στοιχείο. Κυρίως, όμως, ήταν αυτή η μετατόπιση, που από κει και πέρα άρχισε να συμβαίνει όλο και πιο συχνά».

Η φωτογράφος Ελισάβετ Μωράκη, επίσης, δεν είχε προλάβει την ιδιαιτερότητα του ξενοδοχείου. «Είναι κάτι που ζηλεύω τρομερά όταν το βλέπω σήμερα, διότι μου αρέσουν οι αντισυμβατικοί χώροι. Επίσης, ο Γεράσιμος Καππάτος ανακάτεψε τους καλλιτέχνες, τα είδη, τα εκφραστικά μέσα. Αυτό ανοίγει τη ματιά ενός καλλιτέχνη».

Η επιμελήτρια και κριτικός Μαρία Μαραγκού τονίζει: «Σε αυτές τις εκθέσεις, ξέρεις μόνο ένα - δύο ονόματα, ωστόσο, ανακαλύπτεις πολύ περισσότερα χάρη στους άλλους επιμελητές και κάθε φορά σημειώνω μερικά ονόματα για το μέλλον. Σχεδόν πάντα τα βρίσκω μπροστά μου, να έχουν εξελίξει τα έργα τους, ειδικά μετά τη συμμετοχή τους στα “Δωμάτια”».

Μια άλλη επιμελήτρια και ιστορικός τέχνης, η Λίνα Τσίκουτα, υπενθυμίζει ότι «εκεί ανακαλύψαμε καλλιτέχνες όπως τον Φαϊτάκη ή τη Γιώτα Ιωαννίδου, τη Μαρία Σαρρή, τον Πέτρο Μώρη, τη Λουκία Αλαβάνου και άλλους. Θέλω να πω, έτσι ανακαλύπτεις άβγαλτους αλλά ταλαντούχους καλλιτέχνες».

Ο Γιάννης Γκανάς είχε συμμετοχή το 2007 στο ξενοδοχείο Imperial και στέκεται πολύ στο γεγονός ότι «στην έκθεση αυτή έρχεται και πολύς κόσμος που δεν έχει σχέση με τα εικαστικά, και αυτό το θέλουμε όλοι οι καλλιτέχνες. Ας είναι άνισες οι εκθέσεις αυτές, το μεγάλο στοίχημα είναι ότι οι καλλιτέχνες παίζουν δημιουργικά με το χώρο».

Τέλος, ο εικαστικός Χάρης Κοντοσφύρης, ο οποίος δεν είχε ποτέ συμμετοχή στα «Δωμάτια», παρατηρεί ότι τον «ενοχλεί το κοσμικό στοιχείο, η αίσθηση πως η τέχνη χρειάζεται πατερίτσες. Από την άλλη, η μεγάλη επιτυχία του Καππάτου είναι το ότι έφερε στα εικαστικά το “άλλο κοινό”, τους θεατρόφιλους, τους ανθρώπους του χορού, της λογοτεχνίας, έφτιαξε ένα μεγάλο χωνευτήρι».

Εως σήμερα έχουν περάσει πάνω από 300 δημιουργοί

Για την επιμελήτρια Ελευθερία Τσέλιου, ήταν η πρώτη της δουλειά στην Ελλάδα, και αυτό που βίωσε ήταν «μια ωραία αίσθηση ελευθερίας κινήσεων σε μια διοργάνωση που είναι δέκα χρόνων αλλά έχει ακόμα κάτι νεανικό. Είναι επίσης μια επένδυση σε καλλιτέχνες νέους, που θα φανούν αύριο».

Η Τσέλιου συνεργάστηκε με την Ηλιοδώρα Μαργέλλου, η οποία επισημαίνει: «Ερχομαι από τη Νέα Υόρκη και μια τέτοια εκδήλωση εκεί θα ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός στο Τσέλσι. Οπότε, ναι, για μένα είναι εξαιρετικό που βρίσκομαι εδώ. Επίσης, αυτή η μείξη των πολλών και διαφορετικών νέων καλλιτεχνών είναι κάτι που έχει πέραση στην Αμερική τώρα, κυρίως εξαιτίας της οικονομικής κρίσης: επενδύουν σε νέους καλλιτέχνες, οι τιμές των οποίων μπορεί να αυξηθούν αργότερα».

Για την Αντιγόνη Γύρα, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. «Είναι καθιερωμένο να συμμετέχει κάθε χρόνος κάποιος καταξιωμένος χορογράφος. Κάποτε ήταν ο Ρήγος, μετά η Παπαδαμάκη κ. ά. Οπότε, ο χορογράφος δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος. Προσωπικά μετράω δεκαπέντε χρόνια στο χώρο, αλλά ήθελα πολύ να συμμετάσχω στα “Δωμάτια” διότι ποτέ μου δεν ένιωσα μόνο χορογράφος. Τα “Δωμάτια” είναι μια ένδειξη για το πόσο έχουν πέσει τα τείχη ανάμεσα στα Μέσα. Αυτή η ρευστότητα δεν σε περιορίζει, και στην Ελλάδα είναι κάτι που μετράει ελάχιστα χρόνια ζωής».

Χωρίς σχόλια

Τι λέει ο ίδιος ο Γεράσιμος Καππάτος για τη σημασία των «Δωματίων»; «Δεν είναι μόνον έκθεση νέων καλλιτεχνών αλλά και νέων επιμελητών. Επίσης, δεν με απασχολεί αν η έκθεση είναι άνιση: όλοι οι καλλιτέχνες είναι νέοι, παραθέτουμε το έργο τους χωρίς κανένα σχόλιο, βρίσκονται σε μια κοινή δράση αλλά κάθε έργο έχει μιαν αυτοτέλεια.

» Εως σήμερα έχουν περάσει από τα δωμάτια γύρω στους 300 καλλιτέχνες και πολλοί ακόμα επιμελητές». Ο Γεράσιμος Καππάτος τονίζει ότι όλο αυτό γίνεται τόσα χρόνια δίχως την «παραμικρή κρατική επιχορήγηση. Εχουμε κάνει εκκλήσεις, αλλά έχουν πέσει στο κενό. Εχουμε πάει την έκθεση και στη Θεσσαλονίκη με δικά μας έξοδα. Η γκαλερί δεν χρειάζεται τη στήριξη κανενός – οι νέοι καλλιτέχνες όμως;»

Πηγή: www.kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου